56eacf0c1dc52406318b5340

Έπειτα από τη «Νύχτα των Κρυστάλλων», το μαζικό, πανεθνικό πογκρόμ στη Γερμανία και στην Αυστρία τη νύχτα 9ης Νοεμβρίου του 1938, η γερμανική κυβέρνηση αύξησε τις διώξεις κατά των Εβραίων πολιτών.

Στόχος του Γερμανικού Υπουργείου Προπαγάνδας ήταν να εκμεταλλευτούν την απροθυμία των άλλων χωρών να δεχθούν μεγάλο αριθμό Εβραίων προσφύγων δικαιολογώντας έτσι την αντί-εβραϊκή πολιτική του ναζιστικού καθεστώτος, τόσο στη Γερμανία όσο και στο εξωτερικό.

Στις αρχές του 1939, οι Ναζί είχαν κλείσει τα περισσότερα από τα σύνορα της Γερμανίας και πολλές χώρες είχαν επιβάλει ποσοστώσεις που περιόριζαν τον αριθμό των Εβραίων προσφύγων στους οποίους επιτρεπόταν η είσοδος και η παραμονή στη χώρα. Μια από αυτές ήταν και οι Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής.

Όσο οι μήνες προχωρούσαν τόσο περισσότερες ήταν οι επιθέσεις εναντίον των Εβραίων από την πλευρά του ναζιστικού καθεστώτος. Η φυγή ήταν η μόνη λύση. Με πολύ κόπο και αφού κατέβαλαν τεράστια χρηματικά ποσά, οι Εβραίοι, εξασφάλιζαν τα έγγραφα που απαιτούνταν και προσπαθούσαν να φύγουν από τη χώρα. Υπολογίζεται ότι από το 1933 έως το 1945 περίπου 340.000 Εβραίοι πρόσφυγες εγκατέλειψαν την Γερμανία. Οι 100.000 από αυτούς κατέφυγαν σε ευρωπαϊκές χώρες που στη συνέχεια κατακτήθηκαν από τους Γερμανούς. Η πλειονότητα αυτών των ανθρώπων δολοφονήθηκε από τα γερμανικά στρατεύματα λίγους μήνες αργότερα.

Κύριος προορισμός, λοιπόν, για όσους είχαν απομείνει ήταν η Αμερική καθώς εκεί πίστευαν ότι θα γλυτώσουν από το φάντασμα του γερμανικού ολοκληρωτισμού που σκέπαζε την Ευρώπη. Η Κούβα θεωρήθηκε ως ένα προσωρινό σημείο παραμονής προκειμένου να φτάσουν στην Αμερική.

56eacfce1dc52404318b51a3

Στις 13 Μαΐου του 1939 το πλοίο St. Louis απέπλευσε από το Αμβούργο της Γερμανίας, για την Αβάνα την πρωτεύουσα της Κούβας. Στο πλοίο επέβαιναν 915 Εβραίοι πρόσφυγες. Όλοι τους είχαν κάνει αιτήσεις για να εισέλθουν στις ΗΠΑ και θα παρέμεναν στην Κούβα μόνο έως ότου αποκτούσαν τα απαραίτητα έγγραφα.

Κανείς από αυτούς δεν γνώριζε αυτό που οι ιδιοκτήτες της πλοιοκτήτριας εταιρείας του St. Louis είχαν μάθει μια εβδομάδα πριν την αναχώρηση τους, ότι δηλαδή, ο πρόεδρος Federico Laredo Bru με ένα νέο διάταγμα του απαγόρευε την είσοδο σε όλους εκτός από τους Κουβανούς και Αμερικανούς υπηκόους.

Οι επιβάτες του πλοίου ήταν οι «παράπλευρες απώλειες» της διαμάχης στο εσωτερικό της Κούβας. Πριν το πλοίο αποπλεύσει από το Αμβούργο, δεξιές εφημερίδες της Κούβας εξέφραζαν την αντίθεση τους στην άφιξη των Εβραίων και καλούσαν την κυβέρνηση να τους απαγορεύσει την είσοδο στη χώρα. Μάλιστα στις 8 Μαΐου πραγματοποιήθηκε στην Αβάνα, μια μεγάλη συγκέντρωση πολιτών οι οποίοι με επικεφαλής των πρώην πρόεδρο Grau San Martin καλούσαν όλους τους πολίτες «να αντισταθούν και να παλέψουν μέχρι και ο τελευταίος Εβραίος να έφευγε από τη χώρα». Την ίδια ώρα ο Γενικός Διευθυντής του γραφείου μετανάστευσης της Κούβας, Manuel Benitez Gonzalez βρισκόταν υπό τον έλεγχο των αρχών καθώς κατηγορούνταν ότι πωλούσε παράνομα άδειες εισόδου.

To μεγαλύτερο πρόβλημα όμως ήταν η βαθειά ύφεση και η υψηλή ανεργία που αντιμετώπιζε εκείνη την περίοδο η Κούβα. Μέχρι το Μάιο του 1939 περισσότεροι από 2.500 Εβραίοι είχαν εισέλθει στη χώρα και οι Κουβανοί θεώρησαν ότι ο ανταγωνισμός για τις λιγοστές θέσεις εργασίας αυξανόταν. Τα ακροδεξιά κόμματα στη χώρα, εκμεταλλεύτηκαν τα αντισημιτικά και ξενοφοβικά αισθήματα και συνέχισαν να τρομοκρατούν τον κουβανικό λαό, υποστηρίζοντας ότι οι πρόσφυγες ήταν κομμουνιστές.

Τελικά το πλοίο έφτασε στο λιμάνι της Αβάνας στις 27 Μαΐου. Η κουβανική κυβέρνηση δέχθηκε 28 επιβάτες που είχαν νόμιμα έγγραφα. Οι υπόλοιποι 908 επιβάτες (1 επιβάτης απεβίωσε κατά τη διάρκεια του ταξιδιού) παρέμειναν στο πλοίο. Οι λέξεις που άκουγαν διαρκώς από τους κουβανούς αξιωματούχους ήταν “manana, manana”-αύριο αύριο.

Υπό την πίεση των διεθνών μέσων ενημέρωσης ο πρόεδρος Bru δέχθηκε την επόμενη μέρα να συναντήσει τον Lawrence Berenson, έναν δικηγόρο που εκπροσωπούσε μια εβραϊκή επιτροπή με έδρα τις ΗΠΑ. Η απάντηση από την πλευρά της Κούβας ήταν και πάλι αρνητική. Στις 2 Ιουνίου ο πρόεδρος της Κούβας ζήτησε το πλοίο να φύγει από τα κουβανικά χωρικά ύδατα. Το πλοίο ξεκίνησε σιγά σιγά να κατευθύνεται προς το Μαϊάμι. Οι διαπραγματεύσεις συνεχίζονταν. Ο πρόεδρος Bru ζήτησε την καταβολή εγγύησης ύψους 453,500 δολαρίων (500 δολάρια για κάθε επιβάτη). Ο Berenson κατέθεσε μια πρόταση με μικρότερο τίμημα, την οποία αρνήθηκε ο Bru και διέκοψε αμέσως τις διαπραγματεύσεις.

Οι αμερικανικές αρχές όχι μόνο δεν επέτρεψαν την είσοδο στη χώρα αλλά ζήτησαν από τον καπετάνιο του πλοίου Gustav Schröder να αποχωρήσει. Ο καπετάνιος αρνήθηκε να επιστρέψει στη Γερμανία και μέσα από το πλοίο προσπάθησε να επικοινωνήσει με κάθε κυβέρνηση και κάθε αρμόδιο αξιωματούχο που θα του έδινε άδεια εισόδου των προσφύγων στη χώρα του.

Στις 17 Ιουνίου του 1939 το St. Louis έφτασε στο λιμάνι Antwerp του Βελγίου. Οι διαπραγματεύσεις ήταν επιτυχείς και έτσι το Ηνωμένο Βασίλειο δέχθηκε 288 από τους επιβάτες, 224 έγιναν δεκτοί στη Γαλλία, 214 στο Βέλγιο και 181 στην Ολλανδία.

Οι άνθρωποι αυτοί διέσχισαν τον Ατλαντικό Ωκεανό δύο φορές και οι αρχικές τους ελπίδες και τα όνειρα για μια καλύτερη ζωή μετατράπηκαν σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια να ξεφύγουν από βέβαιο θάνατο του επαναπατρισμού. Η άρνηση των χωρών όλου του κόσμου να δεχτούν τους Εβραίους πρόσφυγες κόστισε τελικά μερικά εκατομμύρια νεκρούς.

Λένα Ξάνθη

Πηγή: pints.gr

Advertisements