Το Σάββατο της 10ης Ιουλίου 1943 μια μέρα αποφράς για τους κατοίκους του Κεφαλόβρυσου και τούτο διότι τότε οι Γερμανοί Ναζιστές του Χίτλερ εν ονόματι της νέας τάξης πραγμάτων, έμπαιναν για πρώτη και τελευταία φορά στο μικρό τότε Κεφαλόβρυσο, συνελάμβαναν 18 Κεφαλοβρυσίτες, 3 άλλους εντοπίτες και με πρωτοφανή κυνικότητα τους έκαιγαν ζωντανούς μέσα σε δύο σπίτια του χωριού. Κουρμπάνι στην Ελλάδα και τις πανανθρώπινες αξίες της τιμής, της Ελευθερίας και αξιοπρέπειας. Το μπρότζι των βλάχων του Κεφαλόβρυσου στην Πατρίδα.

Η ανάμνηση εκείνου του γεγονότος προκαλεί ακόμα φρίκη και αποτροπιασμό, αλλά και πολλά ερωτηματικά, καθώς ακόμα δεν μπορούμε να καταλάβουμε, παρόλο που πέρασαν εξήντα χρόνια από τότε, ποιός ήταν ο λόγος εκείνης της αιματοχυσίας.
Στην ημερομηνία που αναφερόμαστε το άστρο του παρανο’ι’κού δικτάτορα είχε πάρει την κάτω βόλτα, είχε γύρει προς το βασίλεμα.
Είχε προηγηθεί το Στάλινγκραντ, το Ελ Αλαμέιν, η είσοδος των Αμερικανών στον πόλεμο και τα συμμαχικά στρατεύματα υπό τον Mondgomery ετοιμάζονταν για απόβαση στην Ευρώπη.
Ο Ελληνικός λαός, με τον Βασιλιά του στο Λονδίνο, την Κυβέρνησή του στο Κάιρο, αντιστεκόταν στην κατοχική Κυβέρνηση και τον Γερμανό κατακτητή με τον Ιερό λόχο στα συμμαχικά στρατεύματα της μέσης ανατολής, και τους αντάρτες του ΕΛΑΣ και του ΕΔΕΣ στην κατεχόμενη Ελλάδα.
Από το βιβλίο του Κ. Χούτα, που συμμετείχε στην αντίσταση και μετά έγινε βουλευτής μαθαίνουμε οτι η 8η Βρετανική στρατιά, αποτελούμενη από οχτώ Μεραρχίες και η 5η Αμερικάνικη από έξι Μεραρχίες, συνεκροτούντο στα παράλια της βορείου Αφρικής και την Μάλτα, για να αποβιβαστούν στην Ευρώπη. Ο δε Τσώρτσιλ στα απομνημονεύματά του γράφει ότι «όλαι αι ναυτικαί κινήσεις και στρατιωτικαί προπαρασκευαί, αφήνουν να εννοηθεί ότι ετοιμάζομεν μια εισβολή εις την Ελλάδα».
Στην Ελλάδα υπήρχαν τότε η 11η Ιταλική στρατιά, η 5η Γερμανική και το 2ο Σώμα του Βουλγαρικού Στρατού και οι σύμμαχοι ήθελαν να μην κινηθούν σε βοήθεια των δυνάμεων του άξονα που στάθμευαν στην Ιταλία, για να διευκολυνθούν οι συμμαχικές αποβατικές δυνάμεις.
Ο αρχηγός του ΕΛΑΣ Σταύρος Σαράφης γράφει στα απομνημονεύματά του ότι στις 15 Ιουνίου του 1943 τον επισκέφθηκε στην Αβδέλα ο άγγλος συνταγματάρχης Εντυ και του ζήτησε να κάνει ευρείας εκτάσεως σαμποτάζ σε όλη την περιοχή που ήλεγχε. Πράγμα που έκανε ο Σαράφης. Από την άλλη μεριά ο Ζέρβας έκανε το ίδιο και την 5η Ιουλίου 1943 έκανε απόπειρα να ανατινάξει τη γέφυρα του Αχελώου, χωρίς να το πετύχει.
Οι επιχειρήσεις αυτές εκτροπής, του Ιουλίου, είχαν το συνθηματικό όνομα: «Περίοδος των ζώων».
Η ηρω’ι’κή τούτη δράση των Ελλήνων ανταρτών είχε σαν αποτέλεσμα την ανύψωση του ηθικού του λαού, αλλά προκαλούσε δυστυχώς και τα αντίποινα των Γερμανών σε βάρος των αμάχων, τα οποία όλοι μας γνωρίζουμε πόσο σκληρά και απάνθρωπα ήταν. Χωρίς θυσίες δεν γίνεται να είσαι αξιοπρεπής και ελεύθερος. Μια τέτοια θυσία ήταν και τούτη των είκοσι ένα Κεφαλοβρυσιτών το πρω’ι’νό εκείνο της 10 Ιουλίου 1943.
Φαίνεται οτι η συντονισμένη τούτη δράση, παραπλάνησε τους Γερμανούς διότι την 6ην Ιουλίου 1943 δύο γερμανικές και μια ιταλική Μεραρχία αποστέλλονται από Ιταλία και Γιουγκοσλαβία στην Ελλάδα για να αποκρούσουν την απόβαση που τελικά δεν έγινε, όπως ειπώθηκε παραπάνω.
Μια από τις παραπάνω Μεραρχίες, η 206 των Αλπινιστών, επονομαζόμενη και εντελβάις, υπο την διοίκηση του Στρατηγού Φον Στέντερ, που ενισχύθηκε και από δύο Τάγματα Γρεναδιερών και του 231 Συντάγματος της Μεραρχίας Χίτλερ κινούμενη από Γιουγκοσλαβία μέσω Κορυτσάς και Ερσέκας, την οποία και έκαψαν την 6 Ιουλίου σκοτώνοντας πάνω από διακόσιους Αλβανούς Πατριώτες, έφτασαν στο Μπουραζάνι και την 10 Ιουλίου 1943 το πρωί, μια Διμοιρία φάνηκε στο εικόνισμα του Γιώργη Μεντή.
Οι κεφαλοβρυσίτες, πολλές ώρες πριν εμφανιστεί η Διμοιρία, είχαν αδειάσει το χωριό. Θα ‘ταν τέσσερις ή πέντε η ώρα το πρωί που οι κεφαλοβρυσίτες με φορτωμένο το λιτό τους νοικοκυριό ή τις σαρμανίτσες είχαν ξεκινήσει για να κρυφτούν στα λαγκάδια της Νεμέρτσικας και τα ρουμάνια του Μουντόπουλου και του Παπαλάκκου. Ετσι γινόταν πάντα και με τους Ούννους και με τους Τούρκους και τώρα με τους Γερμανούς. Γιατί τάχα τώρα θα γινόταν διαφορετικά;
Το πρωί εκείνο, μερικοί χωριανοί από τον μαχαλά του Φώτου Νάστα είδαν καπνούς στο Βασιλικό. Το Βασιλικό καιγόταν από τους Γερμανούς.
Η είδηση μεταδόθηκε αστραπιαία και το χωριό πανικοβλήθηκε. Είχε ακούσει και για το κάψιμο της Ερσέκας τέσσερις μέρες νωρίτερα. Ενα ολόκληρο χωριό άδειασε, μέσα σε λίγα λεπτά και σε κατάσταση πανικού και αλοφροσύνης ζήτησε την σωτηρία του στα βουνά, όπως είπαμε παραπάνω.
Εμειναν στο χωριό εκείνοι που θα παρέδιδαν τα …κλειδιά. Ετσι είχαν ακούσει. Οι πολιτισμένοι λαοί δεν σκοτώνουν αμάχους. Εμεινε ο Παπάς, ο Γραμματικός μερικοί γέροι τσελιγκάδες, μερικοί ανήμποροι και άλλοι απλοί νοικοκυραίοι.
Οι Γερμανοί έριξαν μερικές ριπές πυροβόλου από το εικόνισμα του Γιώργου Μεντή, προχώρησαν προς το χωριό και στον Αγιο Κωνσταντίνο μοιράστηκαν σε τρεις ομάδες και κινήθηκαν προς τις παρυφές του χωριού. Μια ομάδα κινήθηκε προς τους Θυμιέους, κατέβηκαν προς το πηγάδι του Μπούσιου, πέρασαν από την Παναγιά κι από ‘κει κατέβηκε στο μεσοχώρι. Στο διάβα της έπαιρνε μαζί της όποιον έβρισκε στο δρόμο ή στα σπίτια. Αξίζει να σημειώσουμε εδώ οτι όταν ένας γερμανός στρατιώτης, λέγανε οτι ήταν Αυστριακός, (ποιός μπορεί να μας πει τι ήταν; Από πού καταλάβανε οτι ήταν Αυστριακός αφού κανένας δεν μίλησε μαζί τους;) πέρασε από το σιδεράδικο που ήταν και σπίτι του Παναγιώτη Γκόγκου, είδε τον Παναγιώτη και έκανε νόημα στη γυναίκα του να τον κρύψει κάτω από το κρεβάτι, αλλά ο Παναγιώτης, όχι μόνο δεν κρύφτηκε αλλά όταν είδε τους άλλους χωριανούς που τους πήγαιναν στο μεσοχώρι τους ακολούθησε. Ετσι ήταν η μοίρα του.
Η άλλη ομάδα κινήθηκε στις βόρειες παρυφές, πέρασε από τους Μανέους, στου Τόλη Τσόγκα, στο σχολείο και ενώθηκε στο μεσοχώρι με την πρώτη ομάδα. Στο διάβα της το ίδιο έκανε και αυτή.
Δύο ή τρεις Γερμανοί με τον επικεφαλή πήγαν κατ’ ευθείαν στο μεσοχώρι όπου τους περίμεναν ο Παππάς του χωριού, Γιώργος Κίτσωνας, ο Γραμματικός Σπύρος Τζαβάρας και πολλοί άλλοι χωριανοί.
Οι Γερμανοί, με τα όπλα πάντα επί σκοπόν, τους μάζεψαν όλους στο σπίτι του Ζήκου Φούκη. Εκεί η σιωπή του θανάτου. Ο καθένας προσπαθούσε να μαντέψει τις προθέσεις των δημίων που κάθονταν γύρω τους με τα όπλα έτοιμα, σαν χάροι. Τελευταίος σε τούτη τη συγκέντρωση του θανάτου ήρθε ο Μπαρμπα Ζήκος ο Μάνης ο οποίος ερχόταν από το βουνό με δύο μουλάρια φορτωμένα φρέσκο τυρί σε τζαντίλες. Οι χωριανοί που τον βλέπαν να κατευθύνεται προς το χωριό, του συνιστούσαν να μη πάει στο χωριό διότι είχαν μπει Γερμανοί, αυτός όμως δεν τους άκουσε. Δεν θα μας πειράξουν έλεγε. Αφου δεν κάναμε τίποτε. Ετσι έγινε και με τους Ιταλούς. Πριν πάει όμως σπίτι του, οι Γερμανοί τον συνέλαβαν και τον οδήγησαν στο σπίτι του Ζήκου Φούκη.
Μερικοί ψιθύριζαν βλάχικα μεταξύ τους, να φύγουν και όσοι γλυτώσουν.

 

Αλλοι λέγανε να μην φύγουν, δεν θα μας κάνουν κακό, άλλοι πάλι να μη φύγουμε διότι θα πάρουμε στο λαιμό μας και τους γέρους που δεν μπορούν να τρέξουν. Τελικά η πομπή ξεκίνησε για το Βασιλικό. Στο δρόμο δραπέτευσαν μερικοί και από ότι φαίνεται, οι Γερμανοί δεν τους αντελήφθησαν, διότι δεν ακούστηκε ούτε ένας πυροβολισμός. Θα πρέπει να τους είχαν μετρήσει όμως και διαπίστωσαν οτι ήταν τώρα λιγότεροι. Σταμάτησαν την πορεία και υπό την απειλή των όπλων τους έκλεισαν στο προαύλιο του σπιτιού του Ντίνα Σιούπολη, στην πλατεία του χωριού. Εδώ άλλη αγωνία. Ο Ζήκο Μάνης διηγείται οτι τώρα οι Γερμανοί φαινόταν πιο άγριοι από πριν.
   Μέσα στο σπίτι του Ντίνα Σιούπολη έμενε τότε, με την οικογένειά της, η κυρα Κατίνα, μια από τις δασκάλες του χωριού η οποία δεν είχε προλάβει να φύγει για τα Γιάννενα. Την ημέρα αυτή λίγο πριν κατέβουν οι μελοθάνατοι ένας Γερμανός, μάλλον ιποκόμος του διμοιρίτη Αυστριακής καταγωγής, όπως λέγανε αρκετοί χωριανοί αργότερα, εβίασε την κυρα Κατίνα, που σε έξαλη κατάσταση ζητούσε βοήθεια αλλά κανένας δεν μπορούσε να τη βοηθήσει.

Τέλος απ’ εκεί ξεκίνησαν πάλι για το Βασιλικό, αλλά λίγο πιο πέρα στο λάκκο του Γκέλιου Σιούζιου, άλλα τρία ή τέσσερα άτομα μέσα στους οποίους ήταν και ο Ζήκο Μάνης, εκμεταλλευόμενοι ακριβώς το λάκκο, δραπέτευσαν, χωρίς πάλι οι Γερμανοί να πυροβολήσουν…

   Καθώς προχωρούσαν, ο Μήτε Σιούτης, είδε το δεκάχρονο γιο του Σταύρο που ακολουθούσε την παρέα από μακρυά, και του φώναξε στα βλάχικα, να πάει σπίτι και να μη φοβάται, διότι αυτός θα πήγαινε μέχρι το Βασιλικό και θα ερχόταν σπίτι. Ο Σταύρος εξακολουθούσε να πηγαίνει πίσω από την πορεία, για να δει λίγο πιο πέρα τον πατέρα του να πέφτει νεκρός από τις σφαίρες των δημίων. Τότε έβαλε τα γουριατά και οι Γερμανοί τον απομάκρυναν.
Λίγο παραπέρα τους χώρισαν σε δυο ομάδες και του μισούς τους έβαλαν στο σπίτι του Πάνου Φούκη. Την ώρα που μπαίνανε μέσα στο σπίτι, τρεις από αυτούς, ο Μήτε Σιούτης, ο Τάμπε Μεντής και ο Μήτε Θύμιος, αψηφώντας την παρουσία των ένοπλων Γερμανών, έτραξαν να σωθούν προς το λάκκο. Οι Γερμανοί πυροβόλησαν και σκότωσαν, στην αυλή του σπιτιού, τον Μήτε Σιούτη, τραυμάτισαν στην κοιλιά τον Τάμπε Μεντή ο οποίος κατάφερε να φτάσει στο λάκκο και τελικά να γλυτώσει, ενώ ο Μήτε Θύμιος γλύτωσε χωρίς αμιχή. Σε λίγο αφού τους βάλανε μέσα έριξαν ριπές μέσα στο σπίτι και έβαλαν φωτιά. Μερικοί λένε οτι ενώ το σπίτι καιγόταν, ο Χρήστος Ντεμίρης, ανέβηκε στις εσωτερικές γρεντιές και άνοιξε τρύπα στη σκεπή, απ’ όπου προσπάθησε να βγει. Οι Γερμανοί τον πυροβόλησαν και έπεσε μέσα στο καιόμενο σπίτι.
Τους άλλου μισούς τους βάλανε στο απέναντι σπίτι του Γκέλιου Σιούζιου. Εδώ διαδραματίστηκε παρόμοια περίπου σκηνή. Ο Παναγιώτης Γκόγκος, αψηφώντας και αυτός την παρουσία των ενόπλων δημίων, έτρεξε προς το λάκκο να γλυτώσει. Οι Γερμανοί τον πυροβόλησαν. Ο άτυχος Παναγιώτης, με το κορμί του τρυπημένο από τις σφαίρες, πήδησε το φράχτη, όπου δέχτηκε και άλλη ριπή, ξαναπήδησε τον φράχτη και έτρεχε αλλόφρων κατά των δημίων του οπότε δέχτηκε και τρίτη ριπή και έπεσε νεκρός. Οι δήμιοι,αφού τους έβαλαν όλους στο σπίτι, έριξαν κι εδώ μερικές ριπές και έβαλαν φωτιά.
Από τούτο το σπίτι, γλύτωσε κυριολεκτικά από του χάρου τα δόντια, ο Μήτε Μεντής. Τούτος μόλις μπήκε μέσα στο σπίτι χώθηκε στο τζάκι, έβαλε στα πόδια του μια σκάφη και ανέβηκε, από το εσωτερικό του τζακιού, ψηλά στην κορυφή και όταν οι Γερμανοί φύγανε, κατέβηκε.
Οι Γερμανοί έμειναν έξω και επέβλεπαν. Κοιτούσαν. Τι κοιτούσαν;
Πως καίγονται άνθρωποι ζωντανοί μέσα στο σπίτι.
Φρίκη.
Ποιοί έχουν το δικαίωμα και εν ονόματι ποιών αρχών βάζουν τα νέα αυτά παιδιά να παρακολουθούν τέτοιο θέαμα;
Τι να σκεφτεί κανείς. Ποιούς να λυπηθεί;
Τον μαρτυρικό, και χωρίς αιτία, θάνατο των είκοσι ένα που καίγονταν ζωντανοί μέσα σε τούτα τα σπίτια ή τους στρατιώτες του Χίτλερ, νέα αμούστακα παιδιά με όνειρα και ελπίδες, που παρακολουθούσαν απαθείς το …θέαμα;
Σε λίγο οι Γερμανοί έφυγαν, αφού κάψανε όλα σχεδόν τα σπίτια του χωριού. Οι χωριανοί που κρύβονταν στα γύρω βουνά, είδαν τους καπνούς και τις φλόγες και κατάλαβαν οτι το χωριό καίγονταν.
Δεν φαντάζονταν όμως το δράμα που εκτυλίσσονταν. Το θλιβερό μαντάτο, απίστευτο στην αρχή, μεταδόθηκε, έτσι σαν με τον αέρα, που μύριζε καμμένη ανθρώπινη σάρκα ή σαν φωνή κουκουβάγιας.
Τι κάθεστε; Τους κάψανε όλους ζωντανούς. Κάψανε το Μετζιντιέ.
Το βλάχικο λυπητερό μοιρολόι των γυναικών του χωριού αντήχησε στις λαγκαδιές και τα πλάγια της Νεμέτσικας, αιώνιο ανάθεμα και κατάρα για τους φονιάδες των παιδιών, πατεράδων και αντρών τους.
Οι πρώτοι που ήρθαν στον τόπο της συμφοράς, έτρεχαν στα ζεστά ακόμα συντρίμια, να βρούν κάτι να πειστούν για τους ανθρώπους τους. Αλλος ένα σκούφο, άλλος μια ταμπακέρα, άλλος δύο τρία κόκκαλα καμμένα.
Είπανε οτι ο Παπα-Γιώργης βρέθηκε άθικτος σχεδόν, μόνο λίγα από τα γένια του είχαν καψαλιστεί.
Αυτό ήταν το πέρασμα των Ναζιστών στο Κεφαλόβρυσο.
Τούτοι οι Κεφαλοβρυσίτες και οι χιλιάδες άλλοι νεκροί θα φέρνανε σε λίγο τη λευτεριά, που είχε κιόλας ξεκινήσει να έρχεται, διότι την ίδια μέρα το πρωί, την ώρα που οι Γερμανοί μπαίνανε στο Κεφαλόβρυσο, οι ασύρματοι των Ελλήνων ανταρτών έπαιρναν την είδηση οτι είχε αρχίσει η απόβαση των συμμάχων στη Σικελία.
Παραθέτω τα ονόματα των νεκρών της 10 Ιουλίου 1943:
    1. Κίτσωνας Γεώργιος – (Παπαγάκης) παπάς
    2. Τζαβάρας Σπύρος – Γραμματέας
    3. Σιούζιος Βασίλειος – (Τσίφτη Σιούζιος)
    4. Μπάσιος Γεώργιος – (Γκάτσι Μπάσιος)
    5. Σίμος Χαράλαμπος
    6. Μεντής Ηλίας
    7. Μπούμπας Βασίλειος
    8. Κούρος Κων/νος – (Μπελοροις)
    9. Κόντης Νικόλαος – (Γκουντόσιας)
  10. Νάτσιας Παναγιώτης – (Πάνω Παλιάτσας)
  11. Τσέπας Σπύρος – (Πήλιο Φαρμάκης)
  12. Σιούτης Δημήτριος
  13. Γκότσης Γεώργιος
  14. Γραμμόζης Νικόλαος
  15. Γραμμόζης Γεώργιος
  16. Γραμμόζης Κων/νος
  17. Νατσίκος Δημήτριος
  18. Δεμίρης Χρήστος
  19. Σκούπρας Ιωάννης
  20. Γκόγκος Παναγιώτης
  21. Βολταίρος Παναγιώτης – (Παναγής)
Advertisements